• syrizalondonbranch

BREXIT: Τρίτη προσπάθεια (και φαρμακερή;) για την πρωθυπουργό και τη συμφωνία αποχώρησης



Της Μαρίνας Πρεντουλή*

Σε δυο, σχεδόν, εβδομάδες, σύμφωνα με το άρθρο 50, το Ηνωμένο Βασίλειο αποχωρεί από την ΕΕ. Στην πραγματικότητα, το κοινοβούλιο του Ηνωμένου Βασιλείου δεν έχει ακόμα αποφασίσει αν και πώς θέλει να φύγει. Το πολιτικό σήριαλ των τελευταίων ημερών καταδεικνύει ότι η κυβέρνηση είναι ανίκανη να «πουλήσει» τη συμφωνία εξόδου, παρότι αυτή αφορά ουσιαστικά την αποχώρηση και τη μεταβατική περίοδο και όχι τη μελλοντική σχέση με την ΕΕ. Για δεύτερη φορά, η συμφωνία καταψηφίστηκε από το κοινοβούλιο (12.3.19) και κανείς δεν αποκλείει και μια τρίτη ψηφοφορία στις αρχές της ερχόμενης εβδομάδας. Παρόλα αυτά, η πλειοψηφία των βουλευτών είναι εναντίον μιας άναρχης εξόδου (13.03.19), χωρίς συμφωνία δηλαδή, και με αυτή τη λογική έδωσε εντολή στην πρωθυπουργό (14.03.19) να ζητήσει παράταση από την ΕΕ. Αυτό θα αποφασιστεί στην επόμενη Σύνοδο Κορυφής της ΕΕ, στις 21-22 Μαρτίου. Οι Συντηρητικοί είναι σε κατάσταση πανικού και ήδη κάποιες φήμες θέλουν μια μικρή (προς το παρόν) ομάδα να σχεδιάζει την παραίτηση της Τερέζα Μέι. Η ομάδα των σκληρών Μπρέξιτερς, με τον παράδοξο τίτλο «Ομάδα Ευρωπαϊκής Έρευνας» (ERG), ανησυχεί σοβαρά, γιατί αν η συμφωνία της Τερέζας Μέι δεν ψηφιστεί, η έξοδος μπορεί να μην πραγματοποιηθεί ποτέ και η ίδια η πρωθυπουργός φροντίζει να τους το θυμίζει εκβιαστικά σε κάθε ευκαιρία. Το Ενωτικό Κόμμα Ιρλανδίας (DUP) από την άλλη, ο σύμμαχος της Μέι, θέλει χρονικό προσδιορισμό στη δικλείδα ασφαλείας της υπάρχουσας πρότασης εξόδου: αυτή προβλέπει τη διατήρηση ανοιχτών συνόρων μεταξύ Β. Ιρλανδίας και Δημοκρατίας της Ιρλανδίας σε περίπτωση που δεν επιτευχθεί συμφωνία για τη μελλοντική σχέση μεταξύ Βρετανίας και ΕΕ, ανάθεμα για τους Ενωτικούς που φοβούνται ότι η Β. Ιρλανδία και η Βρετανία θα βρεθούν σε διαφορετικό καθεστώς με την ΕΕ . Οι πρόσφατες διαβεβαιώσεις της ΕΕ ότι αυτή θα είναι μια ύστατη λύση, δεν έχουν νομική ισχύ και μάλλον απλώς σηματοδοτούν το πόσο αποφασισμένη είναι η ΕΕ να προχωρήσει με την αποχώρηση. Η κυβέρνηση είναι παγιδευμένη μέσα στις ίδιες της τις αντιφάσεις: οι κόκκινες γραμμές που η ίδια είχε θέσει, ειδικά η 29η Μαρτίου ως ημερομηνία αποχώρησης, έχουν πια χαθεί.

Στην παράταση

Η παράταση του άρθρου 50 είναι μια τεράστια ήττα για τη Μέι, που επαναλάμβανε καθ’ όλη την διάρκεια των δυο τελευταίων χρονών ότι «στις 29 Μαρτίου αποχωρούμε!», αλλά και ένα τεράστιο χαστούκι σε όσους ψήφισαν υπέρ της αποχώρησης. Την επόμενη βδομάδα, αν η συμφωνία αποχώρησης ξαναέρθει στη Βουλή (υπάρχει σχετικός κανόνας του κοινοβουλίου που δεν επιτρέπει την ίδια ψηφοφορία δυο φορές) και περάσει (πράγμα δύσκολο), η Μέι θα ζητήσει από την ΕΕ μια μικρή τεχνική παράταση, ίσως μέχρι τις 30 Ιουνίου. Παρ’ όλο που τον Μάιο έχουμε τις ευρωεκλογές, οι ευρωβουλευτές δεν μπαίνουν σε ενεργεία μέχρι τις αρχές Ιουλίου, και έτσι αυτό δεν αποτελεί πρόβλημα. Αν βέβαια η συμφωνία δεν περάσει, θα χρειαστεί μια πολύ μεγαλύτερη παράταση. Αν η ΕΕ συμφωνήσει με αυτή, το Ηνωμένο Βασίλειο θα πάρει μέρος στις ευρωεκλογές. Αν η ΕΕ δεν συμφωνήσει με μια σημαντική επιμήκυνση, η πιθανότητα εξόδου χωρίς συμφωνία, με ό,τι αυτό συνεπάγεται, διογκώνεται επικίνδυνα. Φυσικά, υπάρχει και η εκ διαμέτρου αντίθετη λύση: ένα βήμα πριν το χείλος του γκρεμού, αν δεν υπάρξει παράταση από την ΕΕ και αν δεν υπάρξει συμφωνία αποδεκτή από το κοινοβούλιο και επιπλέον μετά το ψήφισμα της Τετάρτης, κατά το οποίο η συντριπτική πλειοψηφία των βουλευτών δήλωσε κατά της άναρχης αποχώρησης χωρίς συμφωνία, το Ηνωμένο Βασίλειο να ακυρώσει (μονομερώς) το άρθρο 50 και η χώρα να παραμείνει στην ΕΕ. Απόφαση με μεγάλο πολιτικό κόστος και για τα δύο μεγάλα κόμματα. Διάφορα περαιτέρω σενάρια θα μπουν στο παιχνίδι, αν η Μέι ζητήσει και λάβει μια μεγάλη παράταση (ενός ή δύο χρόνων): από μια καινούργια διαπραγμάτευση για την έξοδο, αν και εφόσον η ΕΕ έχει όρεξη να ξανανοίξει αυτή την ιστορία, μέχρι εκλογές ή ακόμα και ένα δεύτερο δημοψήφισμα.

Αντιφάσεις και στο Εργατικό κόμμα

Το Εργατικό κόμμα εξακολουθεί να ζητάει δικαιολογημένα εκλογές, μιας και η κυβέρνηση είναι έρμαιο των εσωκομματικών διαφορών και αδυνατεί να προχωρήσει. Αν και ο Κόρμπιν έκανε επιτέλους την αναμενόμενη στροφή την περασμένη βδομάδα και παραδέχτηκε την αναγκαιότητα ενός δημοψηφίσματος (πολιτική του κόμματος από τον Σεπτέμβρη), ένα μέρος του κόμματος, και ειδικά οι βουλευτές που εκπροσωπούν περιοχές που ψήφισαν υπέρ της αποχώρησης, αντιστέκονται σε αυτή τη ιδέα. Αν και ένα καινούργιο δημοψήφισμα θα ήταν μια κάποια λύση και μια ένδειξη για το πού βρίσκεται η χώρα δυόμιση χρόνια μετά το τελευταίο, και αφού έχουν καταρριφθεί πολλές από τις υποσχέσεις των υπέρμαχων του Brexit, η σχετική διάταξη καταψηφίστηκε το βράδυ της Πέμπτης. Όχι μόνο από την πλειοψηφία του κοινοβουλίου, αλλά ακόμα και από βουλευτές που υποστηρίζουν ενεργά ένα δεύτερο δημοψήφισμα. Μπροστά στις δικές του αντιφάσεις και αντιθέσεις, το Εργατικό κόμμα πρέπει να ευχαριστεί την τόσο απροκάλυπτη αδυναμία της κυβέρνησης να προχωρήσει με τη συμφωνία, που η ίδια (μετά από άλλες, ανεξάρτητες, καταστροφικές αποφάσεις σε κάθε οικονομικό και κοινωνικό τομέα) θεωρεί ως το κεντρικό της επίτευγμα. Η συμφωνία που επιθυμεί το Εργατικό κόμμα είναι μια πιο ήπια συμφωνία αποχώρησης που θα περιλαμβάνει μόνιμη τελωνειακή σύνδεση με την ΕΕ.

Ο χαρακτήρας της συμφωνίας

Το βασικό πρόβλημα είναι ότι παρά τις διαβεβαιώσεις ότι «Brexit σημαίνει Brexit» (ένα καλό σλόγκαν που για λίγο συγκάλυψε την καθολική έλλειψη περιεχομένου), κανένα είδος αποχώρησης δεν είναι αποδεκτό από τους υπέρμαχους της αποχώρησης. Μια συμφωνία νορβηγικού χαρακτήρα, θα συνέχιζε να δεσμεύει τη Βρετανία στους κανόνες της ΕΕ. Και για όσα πολιτικά κέντρα επιθυμούν μια Βρετανία το κέντρο του ανεξέλεγκτου νεοφιλελευθερισμού, χωρίς την «περιοριστική» νομοθεσία της ΕΕ, αυτό είναι ανάθεμα. Μια συμφωνία καναδικού χαρακτήρα, καταρχήν δεν θα έδινε την ίδια πρόσβαση στην κοινή αγορά, ειδικά στον τομέα των υπηρεσιών, και κατά δεύτερον, αν και πολιτικά πιο σημαντικού, θα δημιουργούσε κλειστά σύνορα μεταξύ Β. Ιρλανδίας και Δημοκρατίας της Ιρλανδίας. Αυτό με τη σειρά του θα έφερνε στο προσκήνιο το ζήτημα μιας ενωμένης Ιρλανδίας και το αδιαίρετο του Ηνωμένου Βασιλείου. Πίσω από όλα αυτά, όμως, υπάρχει και το έλλειμμα ουσιαστικής δημοκρατίας. Το Συντηρητικό κόμμα έκανε ένα δημοψήφισμα για να καλύψει της εσωκομματικές του διαφορές. Το ίδιο κόμμα, χωρίς να συζητήσει και να συμβουλευτεί το λαό και την κοινωνία (από συνδικάτα και μη κυβερνητικές οργανώσεις, μέχρι τις τράπεζες τροφίμων που αντιμετωπίζουν καθημερινά τις ανάγκες των πιο ευάλωτων στρωμάτων του πληθυσμού), αποφάσισε να υποσχεθεί μια αποχώρηση ανώδυνη και ασαφή, για να ικανοποιήσει το μεγαλύτερο δυνατόν τμήμα ψηφοφόρων (με τον ίδιο τρόπο κινήθηκε δυστυχώς και το Εργατικό κόμμα μέχρι τώρα). Το αποτέλεσμα; Μια συμφωνία που δεν ικανοποιεί κανένα, κόμματα που δεν έχουν ούτε την ηθική, ούτε την ιδεολογική ηγεμονία και ένα πολιτικό κατεστημένο που ανησυχεί μόνο για το αποτέλεσμα των επόμενων εκλογών.

*Επίκουρη καθηγήτρια Πολιτικών Επιστημών και Πολιτικών Επικοινωνιών, Πανεπιστήμιο Ανατολικής Αγγλίας.


0 views